Make your own free website on Tripod.com

τα αγροτικά

μουσική: θωμάς μπακαλάκος                            στίχοι: διονύσης τζεφρώνης

 

1. όχι δεν πουλάμε

πάει καλά φέτος η χρονιά πάει καλά
προκόψαν όλα τα σπαρτά
 
θα 'ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες
θα κερδοσκοπίσουν οι μεσάζοντες
κι εμείς τα ίδια θα 'μαστε άλλη μια φορά
μας παίρνουν τη σοδειά φτηνά
 
όχι δεν πουλάμε
όχι δεν πουλάμε
ε όχι δεν πουλάμε
όχι δεν πουλάμε
 
τα παιδιά κάνουνε χαρά τα παιδιά
βλέπουνε μπόλικη σοδειά
 
στίχοι: θωμάς μπακαλάκος
 

2. αυτή είναι η αγροτιά

δεν ξεχωρίζει το χωράφι απ' την καρδιά του
κι από τα στάχυα δεν χωρίζει τα παιδιά του
 
η φαμίλια του κι η γη του, κι η γη του
το καμάρι κι η ψυχή του, κι η ψυχή του
σπίτι δουλειά, σπίτι δουλειά
αυτή είναι η αγροτιά
 
παλιό τ' αλέτρι μα την κάνει τη δουλειά του
σπουδάζει η κόρη κι έχει ο γιος τα ιδανικά του
 

3. γεια και χαρά σας βρε πατριώτες!

ήρθε ο βουλευτής στο χωριό
βόλτες από κει κι από δω
μοιράζει υποσχέσεις στους αγρότες
 
θα σας γλιτώσουμε από τη δυστυχία
νερό θα φέρπυμε θα φτιάξουμε σχολεία
κι όσο για τα φτωχά κορίτσια σας
γαμπρούς εμείς θα βρούμε
 
γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
κι εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες
γεια σας
 
ήρθε ο βουλευτής στο χωριό
βόλτες από κει κι από δω
μοιράζει υποσχέσεις στους αγρότες
 
θα γίνει αύξηση τιμής των προϊόντων
θα αυξηθούν και οι συντάξεις των γερόντων
νοσοκομεία θα σας χτίσουμε
οι εκλογές ζυγώνουν
 
γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
κι εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες
γεια σας
 
μπήκε ο βουλευτής στη βουλή
βόλτες από δω κι από κει
θρονιάστηκε σαν διάνος στην αθήνα
 
και μην τον είδατε το φίλο το λευέντη
απ' το χωριό μας δεν περνάει ούτε για γλέντι
κι όσα μας είχε τάξει ήτανε
λαγοί με πετραχείλια
 
γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
κι εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες
γεια σας
 

4. άγονη γραμμή

τα σαββατόβραδα
στα σπιτικά κλεισμένοι
δε μιλάμε
 
τώρα στα έρημα χωριά
μείναμε γέροι και παιδιά
τα έρμα να φυλάμε
 
τα παλικάρια φύγανε
να βρουν, να βρουν δουλειά στην πόλη
ξεράθηκαν τ' αμπέλια μας
χορτάριασε τ' αλώνι
 
τ' απομεσήμερο
στο λιακωτό πέρα
μακρυά κοιτάμε
 
άγονη είναι τούτη η γραμμή
κι ούτε ανθρώποι ούτε θεοί
για μας πια δε ρωτάνε
 

6. ήταν παιδί της αγροτιάς

κόκκινο στάζει το αίμα του
άσφαλτος μαύρη γύρω του
και τα βιβλία σκόρπισαν
κι εκείνος είπε μάνα μου
 
άραγε βρέχει στο χωριό
καπνίζουνε τα τζάκια
ήταν παιδί της αγροτιάς
μαζί με τόσους άλλους
 
πήγανε και τον πήρανε
δυο φίλοι κι ο πατέρας του
και κλείνωντας τα μάτια του
είπε σιγά, είπε σιγά μανούλα μου
 

7. ο αντύπας

να θυμηθούμε χωριανοί απόψε τον αντύπα
τον φάγανε σαν το σκυλί οι παλιοτσιφλικάδες
τον φάγανε σαν το σκυλί οι τύραννοι φονιάδες
 
κλαίγανε οι κολήγοι το φονικό τους τάραξε
πέρασαν τόσα χρόνια και μόνο ο αφέντης άλλαξε
καβάλα στ' άλογά σας πάρτε τη γη δικιά σας
καβάλα στ' άλογά σας πάρτε τη γη δικιά σας
 
να θυμηθούμε χωριανοί του κιλελέρ το αίμα
το χύσανε σαν το κρασί οι παλιοτσιφλικάδες
το χύσανε σαν το κρασί οι τύραννοι φονιάδες
 

8. απεργία

βάλτε όλοι μια φωνή
θέλουμε κι εμείς ψωμί
έχει και η αγροτιά
και στομάχι και καρδιά
 
νύχτα και πρωί
ένα με τη γη
χωρίς ανάσα μια
φτάνει πια, φτάνει πια
 
απεργία, απεργία, απεργία
 
μάνα κάτσε στη γωνιά
άλλο γλέντι αρχινά
τώρα ήρθε ο καιρός
για να πάμε λίγο μπρος
 
νύχτα και πρωί
ένα με τη γη
χωρίς ανάσα μια
φτάνει πια, φτάνει πια
 
απεργία, απεργία, απεργία
 
δε χωράνε λόγια πια
παρατήστε τη δουλειά
με τρακτέρ απ' το χωριό
για την πόλη μια και δυο
 
νύχτα και πρωί
ένα με τη γη
χωρίς ανάσα μια
φτάνει πια, φτάνει πια
 
απεργία, απεργία, απεργία
 

9. μετανάστευση

την κυριακή κι άλλο παιδί μας φεύγει
μακρυά στα ξένα την τύχη του γυρεύει
 
αχ και τι να κάνουν τα παλικάρια
στο καφενείο χαρτιά και ζάρια
ανάθεμα
 
μπαίνουν  στα τρένα
πάνε στα ξένα
ανάθεμα
 
στο μεσοχώρι κανένας δε γελάει
κι άλλη μια μάνα το γιο ξεπροβοδάει
 

10. ο γερο-αγρότης

γερο-αγρότης είμαι βασανίστηκα σ' αυτή τη γη
στη γωνιά μου καθισμένος μέτρησα τι μου 'δωσε η ζωή
 
έχω μια σύνταξη πείνας
δύσκολα βγαίνει ο μήνας
κι ακριβό το γιατρικό
 
μαύρα γεράματα που θα περάσω
ώσπου στη γη μου να ησυχάσω
παράπονο πικρό, παράπονο πικρό
 
μένω σε μια κόρη και μου δίνει μια μπουκιά ψωμί
φτωχειά και κείνη περιμένει τέταρτο παιδί
 
στίχοι: θωμάς μπακαλάκος
 

11. εσύ μαζεύεις τη σοδειά

εσύ πονάς για το ψωμί με δάκρυ το ποτίζεις
αυτή τη γη την αγαπάς μ' ιδρώτα τη ραντίζεις
σου λένε λόγια τρανταχτά τον ουρανό σου τάζουν
εσύ μαζεύεις τη σοδειά και άλλοι στην αρπάζουν
 
μπορείς κι εσύ αλλού να πας για τα σκυλιά δεν κάνεις
με τον ζουρνά τα δειλεινά πικρά τραγούδια πιάνεις
σου λένε λόγια τρανταχτά τον ουρανό σου τάζουν
εσύ μαζεύεις τη σοδειά και άλλοι στην αρπάζουν
 
μα θα 'ρθει κάποτε καιρός αφέντης πια να γίνεις
χωρίς καημούς και στεναγμούς το ούζο σου να πίνεις
σου λένε λόγια τρανταχτά τον ουρανό σου τάζουν
εσύ μαζεύεις τη σοδειά και άλλοι στην αρπάζουν
 

12. αγαπημένη

τις νύχτες αν ερχόμουν μαζί σου
μας έβρισκε η ανατολή
ήταν γλυκειά κι ωραία η μορφή σου
αχ ανάσταση το φιλί, το φιλί
 
αγαπημένη στην ποταμιά
με βρήκε έρμο κι αυτή η χρονιά
με βρήκε έρμο κι αυτή η χρονιά
είμαι μονάχος σαν καλαμιά, σαν καλαμιά
 
της ερημιάς τα χρόνια μετράω
κι όπως παλιά να 'ρθεις λαχταρώ
δρόμους γιαλούς και χώρες περνάω
μα δεν μπορώ να σε βρω, να σε βρω
 

13. πανηγύρι

πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
 
πιάστε χέρια βρε παιδιά
μη σας σκιάζει ο φόβος πια
τα νταούλια να βαρούν
όλη η αντάμα στη χαρά
μα και στην αναποδιά
 
άιντε κι άλλη μια
για τη λευτεριά
για να 'ρθει στα χωριά
ξαστεριά
 
πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
 
οι αγρότες να χαρούν
 
άιντε κι άλλη μια
για τη λευτεριά
για να 'ρθει στα χωριά
ξαστεριά
 
πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
 
πιέστε ούζο τσικουδιά
θα 'χουμε καλή σοδειά
ωχ αμάν και τι γιορτή
χάνει η μάνα το παιδί
 
άιντε κι άλλη μια
για τη λευτεριά
για να 'ρθει στα χωριά
ξαστεριά
 
πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
 
πες τραγούδια όσα θες
που δεν τα 'λεγες προχτές
Όλη η αντάμα στη χαρά
μα και στην αναποδιά

τα αγροτικά

βασίλης παπακωνσταντίνου

θωμάς μπακαλάκος

1975

 Πίσω